Αβερρόης

(Averroes, Κόρντομπα, Ισπανία 1126 – Μαρακές, Μαρόκο 1198). Εκλατινισμένος τύπος του ονόματος του Άραβα φιλοσόφου Ιμπν Ρουσντ. Γιατρός, νομικός και αστρονόμος, αλλά πρώτα απ’ όλα φιλόσοφος, συνέβαλε σημαντικά στην ανάπτυξη της αραβικής σκέψης και άσκησε μεγάλη επίδραση στη σχολαστική φιλοσοφία, με τα περίφημα σχόλιά του στον Αριστοτέλη, που, αν και διαποτισμένα ακόμα από νεοπλατωνικές σκέψεις, έχουν το προσόν ότι διέδωσαν για πρώτη φορά στην Ευρώπη τη φιλοσοφία του μεγάλου Σταγειρίτη διανοητή. Η φήμη του Α. είναι συνδεδεμένη ουσιαστικά με το δόγμα της διπλής αλήθειας, με το oποίο εντάσσεται στη διαμάχη που τότε είχε πρωτοεμφανιστεί στον ισλαμικό κόσμο κι έπειτα στον χριστιανικό, ανάμεσα σε εκείνους που υποστήριζαν την αυτονομία της φιλοσοφικής έρευνας και σε εκείνους που, εν ονόματι της πίστης,την απέκλειαν στα ιερά κείμενα. Στην πραγματικότητα, για τον Α. η φιλοσοφία είχε χρέος να εκφράσει με ορθολογιστική μορφή για τους μορφωμένους τις ίδιες αλήθειες που το Κοράνι παρουσιάζει με υποτυπώδη μορφή στους απλοϊκούς ανθρώπους. Για τις θέσεις του αυτές και για άλλες περί δρώντος νου, περί αιωνιότητας του κόσμου και περί εξάρτησης της ανθρώπινης θέλησης από την απόλυτη αναγκαιότητα της κοσμικής τάξης, ο Α. καταπολεμήθηκε από τον Θωμά τον Ακινάτη, όπως και από τους ορθόδοξους μουσουλμάνους. H κατηγορία του αβερροϊσμού αντήχησε συχνά κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης και δεν στρεφόταν μόνο κατά των τυπικά αβερροϊκών απόψεων, τις οποίες συμμερίζονταν και πολλοί Λατίνοι σχολιαστές του Αριστοτέλη, αλλά επίσης και εναντίον των θέσεων περί ανεξαρτησίας της θεωρητικής έρευνας και προάσπισης του φιλοσοφικού λόγου, τις οποίες είχε διατυπώσει ο μεγάλος Άραβας στοχαστής. Ο Άραβας φιλόσοφος Αβερρόης, όπως εικονίζεται σε νωπογραφία του ναού της Αγίας Αικατερίνης στην Πίζα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ισλαμισμός — Μονοθεϊστική θρησκεία την οποία ίδρυσε ο Μωάμεθ (570 632) κατά το πρώτο μισό του 7ου αι. μ.Χ. Από την ίδια ρίζα παράγεται και η λέξη μουσουλμάνος (μούσλιμ = αυτός που παραδίνεται στο θέλημα του Θεού και κατ’ επέκταση ο οπαδός του ι.). Ο ι.… …   Dictionary of Greek

  • σχολαστικισμός — Οι πρώτες απόπειρες πραγματικής φιλοσοφικοθρησκευτικής έρευνας στη Δύση, μετά την πτώση του αρχαίου πολιτισμού, έγιναν μόλις κατά τον 9o αι., μέσα στα πλαίσια της καρολίγγειας αναγέννησης. Ο σημαντικότερος πνευματικός καρπός της περιόδου αυτής… …   Dictionary of Greek

  • Αβενζοάρ — (Πενιαφλόρ, Ανδαλουσία 1073 – Σεβίλη 1163). Άραβας γιατρός. Λεγόταν και Αμπού Μαρουάν Ιμπν Ζουχρ. Ανήκε σε μεγάλη οικογένεια γιατρών. Ο σουλτάνος της Αμοχαδών του απένειμε για τις υπηρεσίες του τον βαθμό του βεζίρη. Είχε πολλούς μαθητές, από τους …   Dictionary of Greek

  • Άραβες — Ομάδα λαών που κατοικούν στην Ασία και την Αφρική, υπάρχουν όμως και μετανάστες και σε άλλες περιοχές του πλανήτη μας. Το όνομα Ά. αποδίδεται σε όλους όσοι έχουν μητρική γλώσσα την αραβική και όχι μόνο, όπως θα μπορούσε να υποτεθεί, στους… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.